Το εβδομαδιαίο επτάγραμμα αντιστοιχίας των πλανητών με ημέρες τής εβδομάδας.
Ως εβδομάδα ορίζεται το χρονικό διάστημα που απαρτίζεται από επτά συνεχόμενα ημερονύκτια. Ο κύκλος επτά ημερών τρέχει ανεξάρτητα από τον κύκλο ενός ημερολογίου. Οι ημέρες της εβδομάδας σήμερα στην Ελληνική φέρουν τα ονόματα: Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, ενώ σε άλλες γλώσσες φέρουν τα ονόματα πλανητών.
Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις για τον λόγο που ο αριθμός των ημερών είναι επτά, όπως η αντιστοίχιση του ηλίου, της σελήνης και πέντε πλανητών γνωστών στους αρχαίους (Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος) σε κάθε μια από τις επτά ημέρες. Επίσης ο αριθμός επτά διαιρείται σχετικά ίσα από την διάρκεια του σεληνιακού μήνα και του έτους: ο σεληνιακός μήνας είναι περίπου τέσσερις εβδομάδες (28 ημέρες αντί 29,53 ημερών) και το έτος είναι περίπου 52 εβδομάδες (364 ημέρες αντί 365,24 ημέρες).
Οι ημέρες τής εβδομάδας
Στα εβδομαδιαία συστήματα υπολογισμού τού χρόνου που αναπτύχθηκαν στις επί μέρους γλώσσες είναι προφανής η επιρροή τού ημερολογίου που εισήχθη από την Ανατολή. Εκτός από το εβραϊκό ημερολόγιο, που μνημονεύθηκε παραπάνω, αξιοσημείωτη επίδραση άσκησε επίσης το πλανητικό ημερολόγιο, το οποίο πιθανώς είχε ως βάση τις αστρολογικές προλήψεις των Χαλδαίων. Το σύστημα αυτό κατονόμαζε τις ημέρες με αφετηρία διαφορετική θεότητα για κάθε ημέρα και προφανώς αντικατέστησε τα ανατολικά ονόματα με θεότητες διαφόρων μυθολογιών οικείων στους Ινδοευρωπαίους (όπως του Δωδεκαθέου, του σκανδιναβικού πανθέου κτλ.). Για τον λόγο αυτόν, υποστηρίζεται ότι το πλανητικό / αστρολογικό ημερολόγιο πρέπει να έγινε αισθητό στον ινδοευρωπαϊκό κόσμο συγχρόνως με την έλευση του εβραϊκού ημερολογίου και τη διάδοσή του μέσω του Χριστιανισμού ή λίγο αργότερα.
Το εκκλησιαστικό λατινικό ημερολόγιο στηρίχθηκε στο αντίστοιχο ελληνιστικό-χριστιανικό. Οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν το ιουδαϊκό σύστημα μετονομάζοντας την πρώτη ημέρα (μία σαββάτων) σε Κυριακή «ημέρα Κυρίου» (του οποίου μετάφραση αποτελεί το εκκλησ. λατ. Dominica). Συνεπώς, κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. συνυπήρχαν στην υστερολατινική γλώσσα δύο ημερολογιακά συστήματα, το εκκλησιαστικό-χριστιανικό και το πλανητικό-αστρολογικό. Όπως θα φανεί από την επί μέρους ανάλυση, ονομασίες διαφόρων ημερών στην ύστερη λατινική γλώσσα συνυπήρξαν με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο και άφησαν αξιοσημείωτα ίχνη σε αρκετές γλώσσες. Συνοπτικά:
Εκκλησιαστικό-χριστιανικό: Χρησιμοποιήθηκε η λ. fēria «εορτή» και οι ημέρες ονομάστηκαν ως εξής:
sabbatum «Σάββατο», dies dominica «ημέρα Κυρίου, Κυριακή», secunda feria «Δευτέρα από εορτής», tertia feria «Τρίτη από εορτής», quarta feria «Τετάρτη από εορτής», quinta feria «Πέμπτη από εορτής», sexta feria «έκτη από εορτής».
Πλανητικό-αστρολογικό: Χρησιμοποιήθηκε η λ. dies «ημέρα» και το όνομα κάποιας θεότητας (τα ονόματα ξεκινούν με αφετηρία την ημέρα που αντιστοιχεί στο «Σάββατο»):
dies Saturni «ημέρα τού Κρόνου», dies Solis «ημέρα τού Ηλίου», dies Lunae «ημέρα τής Σελήνης», dies Martis «ημέρα τού Άρη», dies Mercuri «ημέρα τού Ερμή», dies Jovis «ημέρα τού Δία», dies Veneris «ημέρα τής Αφροδίτης».
Παρατήρηση Α: Η μόνη σύγχρονη γλώσσα που ακολουθεί επακριβώς το εκκλησιαστικό-χριστιανικό σύστημα (πλην της Ελληνικής) είναι η Πορτογαλική: sabado, domingo, segunda feira, terça feira, quarta feira, quinta feira, sexta feira. Στις διάφορες γλώσσες παρατηρούμε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αναμίξεως των δύο συστημάτων, καθώς και χρήση άλλων λέξεων για ορισμένες ημέρες, ανάλογα με το πρότυπο που υιοθέτησε κάθε λαός.
Παρατήρηση Β: Η σειρά των πλανητών δεν είναι αυθαίρετη αλλά σχετίζεται με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών που συνήρπαζε πολλούς φιλοσόφους της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα και σύμφωνα με την οποία κάθε ουράνιο σώμα περιστρεφόμενο παράγει συγκεκριμένο ήχο -εκτός από τη Γη που ελογίζετο ακίνητη. Ο Βοήθιος ταύτιζε τη Σελήνη με το (σημερινό) ρε, τον Ερμή με το ντο, την Αφροδίτη με το σι, τον Ήλιο με το λα, τον Άρη με το σολ, τον Δία με το φα και τον Κρόνο με το μι. Αν διατάξουμε τις επτά νότες σε διαστήματα τετάρτης, λαμβάνουμε τη σειρά των ημερών της εβδομάδας, όπως αναφέρονται παραπάνω.
Σάββατο
Στην ονομασία σάββατον (μέσω του λατ. sabbatum) φαίνεται ότι έχουν την αφετηρία τους οι περισσότερες σύγχρονες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι εξαιρέσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των γερμανικών γλωσσών, οι οποίες έχουν διασπαστεί στη δήλωση της συγκεκριμένης ημέρας και απηχούν διαφορετική αφετηρία ανάλογα με την περίπτωση.
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. σάββατον > λατ. sabbatum, μέσω του οποίου σχηματίστηκαν τα ακόλουθα:
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. samedi (< δημώδ. λατ. *sambati dies «ημέρα σαββάτου»), ιταλ. sabato, ισπ. sábado, ρουμ. sîmbătă.
κελτικές γλώσσες: ιρλ. satharn, ουαλ. dydd sadwrn.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. sobota (> σερβοκρ. subota, πολ. sobota, ρωσ. subbota…)
γερμανικές γλώσσες (A): παλ. άνω γερμ. sambaz-tag > γερμ. Samstag.
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Saturni «ημέρα τού Κρόνου».
γερμανικές γλώσσες (B): παλ. κάτω γερμ. sœterdœg (μετάφρ. τού λατ.) > αγγλ. Saturday, ολλ. zaterdag.
γερμανικές γλώσσες (Γ): παλ. σκανδ. laugardagr «ημέρα τού λουτρού» (είτε ως εθίμου είτε προς τιμήν ορισμένης θεότητας) > σουηδ. lördag, ισλ. laugardagur, δαν. lørdag…
γερμανικές γλώσσες (Δ): παλ. άνω γερμ. sunnūnābend «παραμονή Κυριακής» > γερμ. Sonnabend «Σάββατο».
Κυριακή
Η ονομασία Κυριακή χρησιμοποιήθηκε κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. προκειμένου να αντικαταστήσει την ημέρα που αρχικώς απεκαλείτο μία σαββάτων (λατ. una sabbati ή dies prima) και αποδόθηκε κατάλληλα στη Λατινική ως dies dominica. H διπλή παρουσία τού εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος στην ύστερη Λατινική αποτυπώνεται ως εξής στις διάφορες γλώσσες:
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. Κυριακή, λατ. dies dominica, μέσω του οποίου σχηματίστηκαν τα ακόλουθα:
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. dimanche, ισπ. domingo, ιταλ. domenica, ρουμ. duminică.
κελτικές γλώσσες: ιρλ. domhnach.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. nedĕlja «ημέρα αναπαύσεως» (< ne- αρνητ. + dĕlo «εργασία», που χρησιμοποιήθηκε ως απόδ. τής λ. σάββατον στην αρχική σημασία του, αλλά εφαρμόστηκε στην ημέρα που εν τω μεταξύ είχε αποκληθεί Κυριακή, επειδή αυτή ήταν πλέον η «ημέρα αναπαύσεως») > πολ. niedziela, σερβοκρ. nedělja, τσεχ. neděle...
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Solis «ημέρα τού Ηλίου».
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. τού λατ.): παλ. άνω γερμ. sunnūntag (> γερμ. Sonntag, ολλ. zondag), παλ. αγγλ. sunnandœg (> αγγλ. Sunday), παλ. σκανδ. sunnundagr (> σουηδ. söndag, ισλ. sunnudagur, δαν. søndag).
κελτικές γλώσσες (μεταφρ. τού λατ.): ουαλ. dydd sul.
Δευτέρα
Για την ονομασία αυτής της ημέρας στην πλειονότητα των γλωσσών επικράτησε το πλανητικό-αστρολογικό σύστημα, καθ’ ότι το εκκλησιαστικό (εβραιογενές) ημερολόγιο την προσδιόριζε απλώς αριθμητικά:
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. δευτέρα σαββάτου / σαββάτων, λατ. secunda feria «Δευτέρα από εορτής».
λατινογενείς γλώσσες: πορτ. segunda feira.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. ponedělŭkŭ «μετά την Κυριακή» (< po- «μετά» + τύπος τού nedĕlja «Κυριακή», βλ. ανωτέρω») > σερβοκρ. ponedjeljak, πολ. poniedzałek, ρωσ. ponedel’nik, τσεχ. pondělí.
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Lunae «ημέρα τής Σελήνης».
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. lundi, ισπ. lunes, ιταλ. lunedi, ρουμ. luni.
κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. luan, ουαλ. dydd llun.
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. τού λατ.): παλ. άνω γερμ. mānetag (> γερμ. Montag, ολλ. maandag), παλ. αγγλ. mōnandœg (> αγγλ. Monday), παλ. σκανδ. mānudagr (> ισλ. manudagur, δαν. mandag, σουηδ. måndag).
Τρίτη
Για την ονομασία αυτής της ημέρας στην πλειονότητα των γλωσσών επικράτησε το πλανητικό-αστρολογικό σύστημα, καθ’ ότι το εκκλησιαστικό (εβραιογενές) ημερολόγιο την προσδιόριζε απλώς αριθμητικά:
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. τρίτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. tertia feria «Τρίτη από εορτής».
λατινογενείς γλώσσες: πορτ. terça feira.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. vŭtornikŭ «δεύτερος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα τού εκκλησιαστικού συστήματος) > σερβοκρ. utorak, πολ. wtorek, ρωσ. vtornik, τσεχ. úterý.
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Martis «ημέρα τού Άρη».
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mardi, ισπ. martes, ιταλ. martedi, ρουμ. marti.
κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. mairt, ουαλ. dydd mawrth.
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. τού λατ.· στον θεό Mars των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον γοτθικό θεό τού πολέμου *Teiwa, ο οποίος στο σκανδιναβικό πάνθεο ήταν γνωστός ως Týr και απαντά επίσης με τα ομόρριζα ονόματα Tīw, Tīg και *Þing): αρχ. γερμ. *Teiwa-daga > παλ. αγγλ. tīwesdœg (> αγγλ. Tuesday), παλ. σκανδ. tisdagr (> σουηδ. tisdag, δαν. tirsdag, ισλ. þriðjudagur), μέσ. κάτω γερμ. dingesdach (> γερμ. Dienstag, ολλ. dinsdag).
Τετάρτη
Εκτός από τις ονομασίες τού εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε εδώ την τάση ορισμένων γλωσσών να αναγνωρίσουν αυτή την ημέρα ως «μέσο» τής εβδομάδας, πράγμα που από ορισμένους μελετητές αποδίδεται στη μεταγενέστερη εκκλησιαστική χρήση τού ημερολογίου και στον προσδιορισμό των νηστειών. Για τον λόγο αυτόν, οι γλώσσες που ονομάζουν την Τετάρτη «μεσαία» ημέρα εντάσσονται στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. τετάρτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. quarta feria «Τετάρτη από εορτής».
λατινογενείς γλώσσες: πορτ. quarta feira.
κελτικές γλώσσες: ιρλ. cēadaoin (< παλ. ιρλ. dia cēt-ain «πρώτη νηστεία»).
γερμανικές γλώσσες: παλ. άνω γερμ. mitta-wecha (μετάφρ. τού μεσν. λατ. media hebdomas / septimana «μέσον τής εβδομάδας») > γερμ. Mittwoch, ισλ. miðvikudagur.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. srěda «μεσαία (βλ. παραπάνω)» (> σερβοκρ. srijeda, πολ. środa, ρωσ. sreda, τσεχ. středa).
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Mercuri «ημέρα τού Ερμή».
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mercredi, ισπ. miércoles, ιταλ. mercoledi, ρουμ. miercuri.
κελτικές γλώσσες (από λατ.): ουαλ. dydd mercher.
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. τού λατ.· στον θεό Mercurius των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον σκανδιναβικό θεό Odin, γνωστό επίσης ως Wōdin, Wuotan): παλ. σκανδ. ōðinsdagr (> σουηδ. onsdag, δαν. onsdag), παλ. κάτω γερμ. *wōðinsdœg (> αγγλ. Wednesday, ολλ. woensdag).
Πέμπτη
Εκτός από τις ονομασίες τού εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε ότι ορισμένες γλώσσες κατονομάζουν τη συγκεκριμένη ημέρα με βάση τις προγραμματισμένες νηστείες ή τη σχέση της με την Κυριακή. Επειδή και η εν λόγω ονομασία αντανακλά θρησκευτική χρήση τού ημερολογίου, οι γλώσσες που την εφαρμόζουν θα αναφερθούν στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. πέμπτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. quinta feria «Πέμπτη από εορτής».
λατινογενείς γλώσσες: πορτ. quinta feira.
κελτικές γλώσσες: ιρλ. dardaoin «μεταξύ των δύο νηστειών (δηλ. Τετάρτης και Παρασκευής)», ουαλ. dydd iau.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. četurĭtŭkŭ «τέταρτος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα τού εκκλησιαστικού συστήματος) > πολ. czwartek, ρωσ. četverg, σερβοκρ. četurtak.
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Jovis «ημέρα τού Δία».
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. jeudi, ισπ. jueves, ιταλ. giovedi, ρουμ. joui.
γερμανικές γλώσσες (στις οποίες ο Ζευς ταυτίστηκε με τον σκανδιναβικό θεό τού κεραυνού, που ήταν γνωστός ως Thor ή Þor): παλ. σκανδ. þōrsdagr «ημέρα τού κεραυνού» (> σουηδ. torsdag, δαν. torsdag), παλ. άνω γερμ. donarestag (> γερμ. Donnerstag, ολλ. dondersdag), παλ. αγγλ. þunersdæg (> αγγλ. Thursday).
Παρασκευή
Εκτός από τις ονομασίες τού εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε ότι ορισμένες γλώσσες κατονομάζουν τη συγκεκριμένη ημέρα με βάση τις προγραμματισμένες νηστείες ή τη σχέση της με το Σάββατο ή την Κυριακή. Επειδή και η εν λόγω ονομασία αντανακλά θρησκευτική χρήση τού ημερολογίου, οι γλώσσες που την εφαρμόζουν θα αναφερθούν στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.
Εκκλησιαστικό σύστημα
ελνστ. προσάββατον, παρασκευή «προετοιμασία (για το Σάββατο)».
λατ. sexta feria «έκτη από εορτής».
λατινογενείς γλώσσες: πορτ. sexta feira.
κελτικές γλώσσες: παλ. ιρλ. ōin dīden «τελευταία νηστεία» (> ιρλ. aoine «νηστεία»), ουαλ. dydd gwener.
σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. pętŭkŭ «πέμπτος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα τού εκκλησιαστικού συστήματος) > πολ. piątek, ρωσ. pjatnica, σερβοκρ. petak, τσεχ. pátek.
γερμανικές γλώσσες: ισλ. föstudagur «ημέρα νηστείας».
Πλανητικό σύστημα
λατ. dies Veneris «ημέρα τής Αφροδίτης».
λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. vendredi, ιταλ. venerdi, ισπ. viernes, ρουμ. vineri.
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ. με αντικατάσταση της θεάς Αφροδίτης / Venus από την αντίστοιχη γερμ. θεά Freia / Freya, καθώς και τη σκανδ. θεά Frigg, σύζυγο του Odin): παλ. σκανδ. frjādagr (> σουηδ. fredag, δαν. fredag, ολλ. vrijdag), παλ. άνω γερμ. frī(j)atag (> γερμ. Freitag), παλ. αγγλ. frīgedæg (> αγγλ. Friday).
Αναπροσαρμογή από Βικιπαίδεια

LinkBack URL
About LinkBacks



Απάντηση με παράθεση
