Παραλίγο να χάσω το τιμόνι απ΄ τα χέρια μου σε μια στροφή στα λιμανάκια, πλημμυρισμένη απ΄ τα νερά! Ο δρόμος, με αυστηρό τόνο με μάλωσε: – Πού πας, ξημερώματα, με τέτοια βροχή;
Τρόμαξα! Κι ύστερα, προσπάθησα να δικαιολογηθώ:
- Η φιλενάδα μου, η βροχή, ήρθε με κλάματα στην πόρτα μου και με ξύπνησε. Σηκώθηκα και βγήκα να τη συναντήσω. Ήθελε να μου μιλήσει και από κείνη την ώρα κουβεντιάζουμε…
Ανόητη ακούστηκε η απάντησή μου στ΄ αυτιά του! Πολλά έχουν δει τα μάτια του και κανένα συναίσθημα δεν χωρά πια στη λογική του.
Κι εγώ, που τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια μοιάζει να είμαι μόνιμος κάτοικος στη χώρα των συναισθημάτων, ανόητο βρήκα το ύφος του αλλά συνετές τις ερωτήσεις.
- Και γιατί δεν έμεινες στο κρεβάτι σου να τα λέτε από κει; επέμεινε ειρωνικά. Βιάστηκα να του απαντήσω, φανερά ενοχλημένος από την αδιακρισία του:
- Γιατί με τον Μορφέα, ποτέ δεν γίναμε φίλοι. Μόνο με τη βροχή. Με το κρεβάτι μου έχουμε μια αδιάφορη σχέση που περιορίζεται μόνο στα ελάχιστα απαραίτητα…
Σταμάτησε να μου μιλάει. Κάτι μουρμούρισε που δεν κατάλαβα, κι ύστερα έστριψα προς το Λαιμό. Μάλλον απηύδησε μαζί μου και με άφησε να συνεχίσω το δρόμο μου. Αν ήταν άνθρωπος, μάλλον θα κουνούσε το κεφάλι του περιφρονητικά.
Σε μια άκρη του δρόμου σταματημένος, η βροχή μου κάνει παρέα και προσπαθεί να με παρηγορήσει. Κι ο πιο εύκολος τρόπος γι αυτό είναι να μου θυμίσει τα περασμένα και να πιάσουμε κουβέντα. Τα μελλούμενα δεν τα ξέρει κι ας καμώνεται πως μπορεί να τα προβλέψει! Κάποτε τη μάλωσα επειδή χρησιμοποιούσε συχνά το «ΘΑ» κι από τότε προσέχει τα λόγια της.
Συνέχισε να ποτίζει με δάκρυα τον τόπο όλο, ξέροντας καλά το μαγικό τρόπο για να ανοίξει το δικό μου σακούλι:
- Θυμάσαι τα πρώτα σου βήματα; με ρώτησε.
Την ώρα εκείνη, ό,τι άρχιζε να ξεχωρίζει ο ουρανός από τη θάλασσα. Οι πρώτες αχτίδες φωτός χάιδευαν τη γη και μόλις άρχισε να διακρίνεται η φιγούρα της απέναντι νησίδας.
- Ξεχνιούνται αυτά; της απάντησα κάπως απότομα. Τόσες φορές τα έχουμε πει. Γιατί με ρωτάς πάλι;
- Ξέρεις γιατί. Όμως, τώρα πρέπει να φύγω. Εσύ μείνε εδώ και όταν σε επισκεφτώ και πάλι, να έχεις έτοιμες τις απαντήσεις…
Είπε κι έφυγε. Κατάλαβα, κι έκανα όπως ακριβώς μου είπε. Σε στάση αναμονής την περιμένω να επιστρέψει. «Απεταξάμην τον Μορφέα», της φώναξα…
Η νυχτερινή επίσκεψη έφτασε στο τέλος της και η φιλενάδα μου με άφηνε στις αναμνήσεις μου, θεωρώντας ότι πέτυχε το σκοπό της.
Συνεχίζεται…
epikairanea.gr

LinkBack URL
About LinkBacks







Απάντηση με παράθεση