Οι άντρες είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους στα χωριά αναζητώντας καλύτερη τύχη στην πρωτεύουσα. Οι γυναίκες έμεναν πίσω με τα παιδιά, μέχρι να πάρουν μήνυμα να πάνε κοντά τους. Στον εμφύλιο τα ’χασαν όλα! Η Αθήνα φάνταζε σαν τη γη της επαγγελίας! Χρειαζόταν χέρια για την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξή της και για να ταΐσουν όλο αυτό το ντουνιά που μαζεύτηκε στα σοκάκια της.Έφυγε κι ο κυρ-Αντώνης. Άθλιες συνθήκες διαβίωσης και δουλειά στο φούρνο απ’ τη μαύρη νύχτα! Και στο γιαπί μεροκάματο, να στείλει λεφτά στη γυναίκα και τα κορίτσια. Σαν έβαλε σειρά, τούς έγραψε να ’ρθούν κοντά του κι έστειλε χρήματα και τη σύστασή του. Μια νέα ζωή άρχιζε στην πρωτεύουσα, μαζί μ’ όλους τους «χωριάτες» που έψαχναν μια θέση στον ήλιο!
Στο σχολειό τα παιδιά της πρωτεύουσας κορόιδευαν τα «βλαχάκια». Κάποια το παράτησαν! Απ’ τη μια η κοροϊδία κι απ’ την άλλη η ανάγκη για επιβίωση τα ώθησαν να πιάσουν δουλειά απ’ τα μικράτα τους, να βοηθήσουν την οικογένεια.
Ξένοι σε ξένο μέρος! «Στο πλεκτήριο ζητάνε χέρια», είπαν στον κυρ-Αντώνη κι εκείνος πήγε εκεί τα κορίτσια του να μάθουν να φτιάχνουν μπλούζες, να ντύνονται οι «κολωνακιώτισσες».
Χρόνια αργότερα η κόρη έφτιαχνε μπλούζες – φασόν – στο σπίτι. Με δική της μηχανή, όλη μέρα πλέξιμο και τα παιδιά να την τραβούν απ’ το φουστάνι. Ο κύριος Χρήστος, ο εργοδότης, ήταν σκληρός στη συμφωνία τους: «Θα μου φτιάχνεις κάθε βδομάδα 100 μπλούζες σε αυτά τα νούμερα. Θα έρχομαι κάθε Πέμπτη να τις παίρνω!»
Όταν έλειπε καμμιά, έκανε παρατηρήσεις:
- Γιατί λείπουν 5;
- Δεν πρόλαβα. Ξέρετε, το παιδί…
- Δεν ξέρω τίπoτα. Την άλλη βδομάδα θέλω 105. Τ’ ακούς;
Τα Σάββατα κατέβαινε η γυναίκα στην Αγίου Μάρκου που ’ταν το μαγαζί να πληρωθεί. Έπαιρνε μαζί και το μεγάλο της γιο πού να τ’ αφήσει και τα δύο στη μάνα; Σκοτώνονται!
Πήρε η μάνα το βδομαδιάτικο, τον έπιασε απ’ το χέρι και ίσα για την αγορά. Στην Ευριπίδου πήραν τυρί και σουβλάκι απ’ το λιανοκλάδι με τις τεράστιες κουδούνες κρεμασμένες στην είσοδο! Στην Αθηνάς πήραν μπαχάρια, ζαρζαβατικά και λίγα ψάρια για το μεσημέρι. Τ’ άλλο Σάββατο θα έτρωγαν λουκουμάδες στην Αιόλου και θα πήγαινε κι η γιαγιά μαζί!
……
Σαράντα και βάλε χρόνια πέρασαν από τότε! Παρόμοια βόλτα στο κέντρο ο κύριος Τάκης δεν έκανε ποτέ. Μόνο πριν ένα μήνα που πέρναγε απ’ την Αθηνάς – τί του ’ρθε να σταματήσει; – ανέβηκε πεζός στην Αιόλου. Ήταν όλα στην ίδια θέση. Μπήκε στο αγαπημένο του μαγαζί να δοκιμάσει τους σημερινούς του λουκουμάδες. Ίδιο όπως τότε! Η διαρύθμιση, τα τραπεζάκια, οι καρέκλες. Ένας νεότερος τεχνίτης έφτιαχνε τους λουκουμάδες με την ίδια μαεστρία του παλιού. Πώς κάνει την τρύπα στη μέση ποτέ δεν το κατάλαβε ο κ. Τάκης!
- Παρακαλώ; Ο κύριος τι θα πάρει;
Σαν σε λήθαργο βυθισμένος ο κ. Τάκης απάντησε: «Εεε, μία μερίδα λουκουμάδες…»
- Με κανέλα;
- Ναι…
Κάθισε στη ίδια γωνιά κι έμοιαζε χαμένος. Σαν να του φάνηκε πως είδε τους γονείς του και τους παππούδες του να κάθονται δίπλα του και να του χαμογελάνε…
epikairanea.gr

LinkBack URL
About LinkBacks







Απάντηση με παράθεση