- Μπάρμπα Νίκο! Καιρό έχω να σε δω. Πού πας; Στους αγανακτισμένους κι εσύ; Έστρεψε το βλέμμα του ο μπάρμπα Νίκος προς τα κει που άκουσε τη φωνή προσπαθώντας να διακρίνει το πρόσωπο εκείνου που του απηύθυνε το λόγο, έκλεισε λίγο τα μάτια του, έσμιξε τα φρύδια του και απάντησε:
- Δημητράκη; Εσύ είσαι αγόρι μου;
- Ναι, μπάρμπα Νίκο! Εγώ είμαι. Αλλά δεν είμαι πια πιτσιρίκος. Καβάλησα τα 45, μπάρμπα Νίκοοο…
- Μικρός είσαι ακόμη, παιδί μου!
- Καλά…. Δε μου είπες, όμως, στους αγανακτισμένους πας κι εσύ;
- Όχι, αγόρι μου(!). Πάω για περπάτημα στην παλιά Αθήνα. Βλέπεις, ο γιατρός λέει πως πρέπει να περπατάω. Και θέλω να υπάρχει κόσμος γύρω μου, γιατί φοβάμαι μόνος.
- Αν θέλεις, έρχομαι κι εγώ μαζί σου. Η λαϊκή συνέλευση αρχίζει στις 9.30 και έχω χρόνο.
- Έλα, να έχω κι εγώ παρέα.
Βγήκαμε στο Σύνταγμα και πήραμε την Ερμού. Σαββατόβραδο και οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο. Έλληνες και ξένοι κινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις. άλλοι για φαγητό κι άλλοι για βόλτα. Ο μπάρμπα Νίκος, ενθουσιασμένος, παρατηρούσε τον κόσμο και έπιανε κουβέντα με μικρούς και μεγάλους: «βρε, κοίτα τον πώς στέκεται ακούνητος, έτσι βαμμένος χρυσός! σαν πραγματικό άγαλμα!»
Στην Καπνικαρέα μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα έδινε υπαίθρια παράσταση. Μια στάση εκεί – από περιέργεια κυρίως – κι ύστερα συνέχεια προς Μοναστηράκι. Μια άλλη ομάδα εκεί – μια ροκ μπάντα αυτή τη φορά – έπαιζε μουσική για όλους. Κόσμος τριγύρω, παρακολουθούσε.
- Μωρέ, δε μ’ αρέσει αυτή η μουσική, είπε ο μπάρμπα Νίκος. Πάμε προς το Θησείο;
- Και δεν πάμε; Αντέχεις βλέπω…
Πατείς με, πατώ σε στο δρόμο! Όλες οι ταβέρνες γεμάτες κόσμο – όλοι τουρίστες – που έτρωγαν σουβλάκι και χωριάτικη. Πιο κάτω, στην πλατεία, μια άλλη θεατρική ομάδα – αυτή τη φορά παιδική σκηνή – προσπαθούσε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των περαστικών και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών, στοχεύοντας κι αυτή στο πορτοφόλι των γονιών τους…
Στο δρόμο προς την Ακρόπολη, (ακούραστος ο μπάρμπα Νίκος!) πολλοί μουσικοί με διάφορα όργανα – άλλο ο καθένας – προσπαθούσαν να κεντρίσουν το συναίσθημα των περαστικών και να αποκομίσουν κάποια οικονομική βοήθεια! Και άλλοι που πουλούσαν ό,τι βάζει ο νους σου στη μέση του δρόμου. Ο μπάρμπα Νίκος σταμάτησε σε έναν που έπαιζε το «άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα». Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε 5 ευρώ. «Μπράβο σου! Πάρε αυτά», του είπε και συνέχισε…
Στην Ακρόπολη ο μπάρμπα Νίκος κουράστηκε. – Θα πάρω από δω το μετρό να γυρίσω σπίτι, παιδί μου. Εσύ να συνεχίσεις το δρόμο σου. Εσείς οι νέοι να προσπαθήσετε για τις καλύτερες μέρες εμείς τα φάγαμε τα ψωμιά μας και ξέρω ότι σας παραδώσαμε ένα κόσμο όχι και τόσο καλό. Λυπάμαι γι αυτό! Καλή τύχη και αν σε φέρει ο δρόμος σου, να περάσεις απ’ το σπίτι να θυμηθούμε τα παλιά.
- Καληνύχτα μπάρμπα Νίκο. Θα περάσω σίγουρα…
epikairanea.gr

LinkBack URL
About LinkBacks







Απάντηση με παράθεση