Μόλις τέλειωσε την έκτη Δημοτικού ο Κωστάκης, αμέσως έπιασε δουλειά σε φαναρτζίδικο. Το αφεντικό, ένας χοντρούλης κύριος με μούσι γύρω στα 35, του έδινε όλες τις αγγαρείες του μαγαζιού, ακόμα και να καθαρίζει την τουαλέτα λίγο πριν φύγει το Σάββατο το μεσημέρι, οπότε και του πλήρωνε το βδομαδιάτικο.
Ο μικρούλης τσέπωνε το χρήμα, καβαλούσε το ποδήλατο και με γέλια έφτανε στο σπίτι του για να κάνει μπάνιο και να κάτσει στο τραπέζι για φαγητό. Ο κόσμος όλος δικός του! Ήταν σαν τον πατέρα του και σαν όλους τους άλλους που δούλευαν και ένιωθε ικανοποίηση για την ικανότητά του…
Εκείνο το Σάββατο το αφεντικό είχε νεύρα από το πρωί. Έβριζε τόσο άσχημα που ο μικρός Κωστάκης ντρεπόταν που τον άκουγε! Έκανε τη δουλειά του χωρίς να ακούγεται ούτε η ανάσα του! Περίμενε με υπομονή να σχολάσει, όχι για να πληρωθεί, αλλά για να φύγει για το σπίτι του!
Όταν έφτασε το μεσημέρι, ο Κωστάκης άρχισε να μαζεύει τον πάγκο με τα εργαλεία, να μην είναι σκορπισμένα εδώ κι εκεί και να είναι τακτοποιημένος. Μάζεψε και σε ένα μεταλλικό κουτάκι από κουάκερ όλες τις βίδες που ήταν χυμένες και το έβαλε στη θέση του. Τότε ήταν που άκουσε την αγριοφωνάρα του αφεντικού του:
- Τι κάνεις εκεί ρε;
- Μαζεύω, του είπε και νόμιζε πως είχε κάνει κάτι λάθος ή μήπως ήταν νωρίς και μπερδεύτηκε στην ώρα.
- Σου είπα εγώ να τα μαζέψεις; συνέχισε το αφεντικό! Έντρομο το παιδάκι, προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει για να κατευνάσει τα νεύρα του αφεντικού του. Κι όπως κράταγε στα χέρια του το κουτί με τις βίδες, το αναποδογύρισε πάλι στον πάγκο, επειδή σκέφτηκε πως το αφεντικό του θα ήθελε να δουλέψει κι άλλο και θα τις χρειαζόταν!
Αυτή η κίνηση του μικρού έφερε στα άκρα τον κ. Νίκο, που νόμισε ότι ο μικρός τον ειρωνευόταν. Σήκωσε το χέρι του και εκσφενδόνισε τον τάκο που χρησιμοποιούν για να λειαίνουν τις επιφάνειες που είναι για βάψιμο ίσα πάνω στο δωδεκάχρονο αγόρι! Ο Κωστάκης έσκυψε απότομα και ο τάκος πέρασε λίγο πάνω από το κεφάλι του! Αμέσως έκανε να φύγει από το μαγαζί, αλλά ο κ. Νίκος τον έπιασε και άρχισε να τον χτυπάει στα μούτρα και να τον βρίζει!
Ο μικρούλης δεν είχε καταλάβει γιατί γινόταν όλο αυτό. Ούτε κατάλαβε πόσες σφαλιάρες έφαγε στα μούτρα. Η μύτη του έσπασε και το αίμα έτρεχε στα ρούχα του και κάτω στο πάτωμα. Όταν κατάφερε να του ξεφύγει, βγήκε από το μαγαζί και πήρε το ποδήλατό του να πάει σπίτι του. Άλλη μια έκπληξη τον περίμενε όμως: το πίσω λάστιχο του ποδηλάτου είχε ξεφουσκώσει και δεν μπορούσε να το καβαλήσει! Πήρε το ποδήλατο στα χεράκια του και το έβαλε στα πόδια μη γυρνώντας καθόλου να κοιτάξει πίσω του.
Μουτζουρωμένος και βρώμικος από τη δουλειά, με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι, αναμιγμένα με αίματα και μύξες από τα αναφιλητά, έσπρωχνε το ποδήλατό του με τις ελάχιστες δυνάμεις που είχε ακόμη για τρισήμισι χιλιόμετρα δρόμο μέχρι το σπίτι…
epikairanea.gr

1Likes
LinkBack URL
About LinkBacks







Απάντηση με παράθεση