Είναι κάτι βράδια χειμωνιάτικα που τυχαίνει να μαζεύεται όλη η οικογένεια στο σπίτι από νωρίς. Γονείς και παιδιά, γύρω απ΄ το τραπέζι, ζεσταίνουν την ατμόσφαιρα με μια ματιά, μια κίνηση, μια κουβέντα.

Οι παππούδες που χτυπούν την πόρτα, έρχονται να συνδράμουν στη μάζωξη, φέρνοντας κάστανα να βράσουν στο κατσαρόλι και να πιάσουν κουβέντα με παιδιά κι εγγόνια.

Καθαρίζει η γιαγιά και μοιράζει δίκαια, σε κάθε ένα με τη σειρά.

- Γιαγιά, εμένα δε μου έδωσες, πετάγεται ο μικρός για να την πειράξει. Σαστίζει η γιαγιά. Αφήνει για λίγο το μαχαίρι κι όλο ντροπή για το… λάθος της: «Συγγνώμη γιόκα μου, μπερδεύτηκα…»

- Τι της λες, ρε; πετάγεται ο μεγάλος και ρίχνει μια σφαλιάρα στο σβέρκο του μικρού. Μη την πειράζεις! Γιαγιά, ψέματα σου λέει! Έφαγε, αλλά είναι… φαταούλας!

Κοιτάζει η γιαγιά το μικρό πάνω απ΄ τα γυαλιά της και συνεχίζει να καθαρίζει κάστανα, με αγάπης χαμόγελο στο πρόσωπο. Ύστερα, πιάνουν την κουβέντα: «θυμάσαι τότε που χτύπησε ο μικρός με το ποδήλατο και τρέχαμε στα νοσοκομεία; Σάββατο βράδυ – έλεος πια! όλα τα κακά Σάββατο βράδυ συμβαίνουν; – και πλημμύρα το αίμα!»

Χαμογελάει ο μικρός και πιάνει κι αυτός να συμπληρώσει: «Ναι, με έσπρωξε ο μεγάλος για να δει αν θα κρατηθώ…»

- Ναι, σιγά, πετάγεται ο μεγάλος. Ας πρόσεχες, ζωντόβολο. Πέντε ράμματα στο κεφάλι, επειδή ήθελες να κάνεις φιγούρα με το ποδήλατο, να σε βλέπει η Αγγελική του μπάρμπα – Γιάννη. Φά΄τα τώρα…

Ο πατέρας θυμάται την αγωνία του να τρέξει με το αυτοκίνητο να προλάβει στο ΠΑΙΔΩΝ και να βρουν γιατρό. Μιλούσε στη γυναίκα του, που είχε χάσει το χρώμα της καθώς κρατούσε τον τραυματισμένο γιο της στην αγκαλιά κι ένιωθε πως θα΄χανε τη ζωή της πριν φτάσουν στο νοσοκομείο.

- Κάτσε να φέρω και τις φωτογραφίες, λέει ο μικρός. Με μιας πάει στη ντουλάπα να βρει και τις… αποδείξεις! Κατεβάζει ένα κουτί από παπούτσια όπου μέσα φυλαγόταν η… ιστορία της οικογένειας, καρέ – καρέ. Ακατάστατα τοποθετημένες και μπερδεμένες.

Να ο παππούς με το αμάξι, να η γιαγιά στον κήπο, να ο θείος, να ο ένας, να κι ο άλλος… Γεννήσεις, βαφτίσεις, γιορτές, γενέθλια, ταξίδια, το παλιό αυτοκίνητο, μια ζωή ολάκερη σε ένα κουτάκι! Κι ανάμεσά τους εικόνες ανθρώπων που πια δεν είναι μαζί μας. Μεγαλύτεροι συγγενείς, ασθένειες, ατυχήματα, όλο και κάτι κακό συμβαίνει. Προς στιγμή παγώνουν όλοι στη θύμησή τους και κάνουν μια ευχή, σαν τρισάγιο, για την ψυχούλα τους!

- Αφήστε τα τώρα αυτά! Τι θέλετε και ψάχνετε πάλι τις φωτογραφίες; λέει ο παππούς που έχει πιο πολλούς χαμένους να θυμάται απ΄ ότι οι υπόλοιποι.

Η μαμά αλλάζει κλίμα: «θυμάστε τι μας κάνατε στη Χαλκίδα, βρε; Πώς δεν πέσατε μέσα στη θάλασσα με τις χαζομάρες που κάνατε!»

- Να και η ξαδέλφη η Νίτσα! Κοιτάτε τι όμορφη που ήταν στα 22 της! Τώρα έγινε σαν μπαούλο και ούτε να κουνηθεί δε μπορεί! Άτυχη κι αυτή…

Στρέφω το βλέμμα μου στο κουτί. Ξέρω καλά το περιεχόμενό του. Όλες εγώ τις τράβηξα. Μαγικό «πράμα» οι φωτογραφίες! Τότε τις βλέπαμε και γελούσαμε.

Σήμερα, γελάμε και κλαίμε μαζί…

epikairanea.gr